Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στη θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο μισό του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες[σ 1]) και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους[σ 2]).
Οι λατρευτικές υπερβολές των πιστών σχετικά με τις εικόνες[εκκρεμεί παραπομπή], τα ιερά σκεύη και τα λείψανα των αγίων και η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναχών, οδήγησαν το 726 τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των εικόνων ως ψευδολατρεία. Μέχρι το 741 που πέθανε, η πολιτική του υπήρξε μάλλον ήπια και οι διατάξεις του περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των εικόνων φαίνεται ότι δεν εκτελούνταν επακριβώς. Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος. Εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των εικόνων και των μοναχών, και συγκάλεσε την σύνοδο της Ιερείας (754), κατά την οποία καταδικάστηκαν οι θρησκευτικές απεικονίσεις. Μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν σε γάμο και πολλές μονές κρατικοποιήθηκαν. Επί της βασιλείας του γιου του Λέοντα Δ΄ η εικονομαχική πολιτική συνεχίστηκε αλλά πολύ ηπιότερα. Μετά τον πρόωρο θάνατό του η εξουσία περιήλθε στην σύζυγό του και μητέρα του γιου του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ Ειρήνη η οποία συνεκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, που αναστήλωσε τις εικόνες. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α´ που την ανέτρεψε, ακολούθησε ήπια εικονομαχική πολιτική αν και περιεπλάκη σε οξύτατη διαμάχη με τους άκρους εικονόφιλους. Ο γαμπρός του Μιχαήλ Α΄ παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην μοναχική παράταξη.
Επί Λέοντος Ε΄ άρχισε με οξύτητα η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Πιεζόμενος και από τον στρατό, ο αυτοκράτορας διέταξε την καθαίρεση των εικόνων και συγκάλεσε σύνοδο η οποία κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου και αναγνώρισε αντ’ αυτής την σύνοδο της Ιερείας. Ο δολοφόνος και διάδοχός του, Μιχαήλ Β´, τήρησε επαμφοτερίζουσα πολιτική, δυσαρεστώντας τους πάντες και αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα. Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της Εικονομαχίας και οι απαγορεύσεις των εικόνων και οι διωγμοί των μοναχών επαναλήφθηκαν.
Το τέλος της Εικονομαχίας επήλθε το 842, αμέσως μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, με ενέργειες της χήρας του Θεοδώρας, που ασκούσε την εξουσία επ’ ονόματι του ανηλίκου Μιχαήλ Γ΄. Το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ανορθώθηκε, οι εικόνες αναστηλώθηκαν, τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν και τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα αποδόθηκαν στις εκκλησίες και στις μονές.
Το τέλος της Εικονομαχίας σήμανε και το τέλος των οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που είχαν επιβληθεί από τους βασιλείς της και οι οποίες κρίνεται από πολλούς συγγραφείς ότι υπήρξαν ιδιαίτερα εποικοδομητικές
Συνθήκες εκδήλωσης της εικονομαχίας
Στο 20ό κεφάλαιο του δευτέρου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται:
Προς τη Γραφή εναρμονίσθηκε και η παλαιοχριστιανική τέχνη, που περιορίσθηκε σε συμβολικές και αλληγορικές παραστάσεις.
Στη διάρκεια των αιώνων βέβαια η λατρεία των ιερών εικόνων διαδόθηκε ευρέως στο Βυζαντινό κράτος, ιδίως μετά τον Ιουστινιανό Α', και αποτέλεσε σημαντική έκφανση της ευσέβειας των Βυζαντινών. Από την άλλη μεριά, δεν έλειψαν και μέσα στην ίδια την Εκκλησία εικονοκλαστικές τάσεις, ιδιαίτερα ισχυρές στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπου υπήρχαν σημαντικά υπολείμματα των Μονοφυσιτών και κέρδιζε συνεχώς έδαφος ο Παυλικιανισμός, αίρεση εχθρική προς κάθε μορφή εκκλησιαστικής λατρείας. Επίσης, η επαφή με τον αραβικό κόσμο και οι ιδέες που εκπορεύονταν απ’ αυτόν επί του θέματος επιτάχυναν τις εξελίξεις.[σ 4]
Τον 8ο αι. άρχισε να συζητείται έντονα το θεολογικό ερώτημα αν είναι σύμφωνη με τις χριστιανικές παραδόσεις η λατρεία των εικόνων. «Είναι αλήθεια ότι με την πάροδο του χρόνου δεισιδαίμονες προλήψεις συνδέθηκαν με την προσκύνηση των εικόνων. Πιστοί των λαϊκότερων κυρίως στρωμάτων και μοναχοί αφελείς και απαίδευτοι απέδιδαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην προστατευτική δύναμη όχι πια του εικονιζόμενου προσώπου, αλλά του ίδιου του αντικειμένου, της φορητής εικόνας, τελώντας παράλογες πράξεις, που θύμιζαν ειδωλολατρία. Έτσι κατά τη βάπτιση έφερναν την εικόνα στη θέση του αναδόχου, έπαιρναν από το χρώμα της ξύσμα, το όποιο αναμείγνυαν στη θεία μετάληψη ή το μεταχειρίζονταν για θεραπευτικούς σκοπούς».[3] Πρωτεργάτες της εικονομαχικής κίνησης υπήρξαν οι αυτοκράτορες Λέων Γ’ (717-741) και Κωνσταντίνος Ε’ (741-775). Ο Λέων, ο οποίος καταγόταν από την Γερμανίκεια της Βόρειας Συρίας και ο γιος του Κωνσταντίνος Ε’ φαίνεται ότι είχαν επηρεαστεί από τις ανεικονικές (αντίθετες στη λατρεία των εικόνων) αντιλήψεις της ιουδαϊκής («ιουδαιόφρων» χαρακτηριζόταν) και της ισλαμικής θρησκείας («σαρακηνόφρων») και για αυτό απέρριπταν τη λατρεία των εικόνων ως εκδήλωση ειδωλολατρική.
Οι ανεικονικές αντιλήψεις ήταν πολύ διαδεδομένες στους αγρότες της γειτονικής με το Ισλάμ Μικράς Ασίας. Οι Ίσαυροι είχαν κάθε λόγο να ευνοήσουν τους πληθυσμούς αυτούς, από τους οποίους επανδρώνονταν οι θεματικοί στρατοί και σήκωναν το κύριο βάρος της άμυνας κατά των Αράβων. Έκανε λοιπόν την εμφάνισή της μια εικονοκλαστική κίνηση στη Μικρά Ασία, όπου σχηματίσθηκε ένα ισχυρό κόμμα με επικεφαλής ανώτερους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους της περιοχής, όπως ήταν ο μητροπολίτης Κλαυδιουπόλεως Θωμάς και ο επίσκοπος Νακωλείας Κωνσταντίνος, ο πραγματικός πνευματικός υποκινητής της βυζαντινής εικονομαχίας, τον όποιο οι ορθόδοξοι Βυζαντινοί ονόμασαν «αἱρεσιάρχη»
Πρώτες ενέργειες του Λέοντα Γ'
Η πρώτη ξεκάθαρη πράξη του Λέοντα Γ΄ εναντίον της λατρείας των εικόνων εκδηλώθηκε το 726, έπειτα από παρότρυνση των εικονομάχων επισκόπων της Μικράς Ασίας, οι όποιοι είχαν μεταβεί πριν από λίγο καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Αφορμή στάθηκε η ηφαιστειακή έκρηξη που σημειώθηκε στο νησί της Θήρας το 726. Η θεαματική αυτή έκρηξη ερμηνεύτηκε ως εκδήλωση της θείας οργής εναντίον της λατρείας των εικόνων.[4][5] Ο Λέων διέταξε έναν αξιωματικό του (σπαθαροκανδιδάτο) να απομακρύνει την εικόνα του Χριστού, που ήταν αναρτημένη στη Χαλκή πύλη των ανακτόρων, και να αναρτήσει στη θέση της τον «τρισόλβιο τύπο του σταυρού» καθώς και εγχάρακτο εξάστιχο επίγραμμα. Με αυτόν τον τρόπο δοκίμαζε τις διαθέσεις του λαού της πρωτεύουσας προς την εικονομαχική του πολιτική. Προκλήθηκε έκρηξη της λαϊκής οργής και το εξαγριωμένο πλήθος σκότωσε τον αυτοκρατορικό απεσταλμένο επί τόπου.
Αντίδραση Ελλαδικού Θέματος
Σοβαρότερη ήταν η αντίδραση που προκλήθηκε στον ελλαδικό χώρο, εξαιτίας της εικονοκλαστικής συμπεριφοράς του αυτοκράτορα. Ο τουρμάρχης του θέματος των Ελλαδικών Αγαλλιανός με το στόλο του Ελλαδικού θέματος καθώς και των Κυκλάδων εξεστράτευσε εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Εκδηλώθηκε έτσι εξ αρχής η εικονόφιλη διάθεση των ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας, που διήρκεσε καθ’ όλη τη διάρκεια της Εικονομαχίας. Στις 18 Απριλίου 727 μ.Χ. τα ελλαδικά πλοία κατέπλευσαν μπροστά στη Βασιλεύουσα, όπου όμως η χρήση του υγρού πυρός έδωσε την άνετη νίκη στον αυτοκράτορα. Κάηκαν πολλά ελλαδικά και κυκλαδικά σκάφη και πολλοί άνδρες τους πνίγηκαν. Ο «Ἀγαλλιανός ἔνοπλος ἑαυτόν ἐπόντωσεν»[7] (ο Αγαλλιανός μαζί με τα όπλα του έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε). Ο αυτοκράτορας πέτυχε βέβαια να καταστείλει γρήγορα την επανάσταση, όμως η εξέγερση μιας ολόκληρης επαρχίας ήταν μια πρώτη σοβαρή προειδοποίηση.
Σχέσεις με τη Δύση
Ο Λέων απέτυχε να επιβάλλει την εικονομαχία στην απόμερη Ιταλία και οι σχέσεις Κωνσταντινούπολης-Ρώμης επιδεινώθηκαν. Μετά τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού διατάγματος, που κατέστησε την εικονομαχική διδασκαλία επίσημο δόγμα του κράτους και της Εκκλησίας, ήταν πλέον αναπόφευκτη η ανοικτή ρήξη, που υποδαυλιζόταν από καιρό. Ο πάπας Γρηγόριος Γ΄ καταδίκασε σε σύνοδο τις εικονομαχικές απόψεις του Λέοντος κι αυτός ο τελευταίος έριξε τους απεσταλμένους του Γρηγορίου Γ' στη φυλακή. Τη θρησκευτική διαφωνία ακολούθησε η πολιτική αποξένωση. Πρώτες πολιτικές συνέπειες της εικονομαχίας ήταν η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη και η επικίνδυνη αποδυνάμωση της θέσεως του Βυζαντίου στην Ιταλία.
Κωνσταντίνος Ε'
Η ένταση της διαμάχης εικονομάχων και εικονολατρών κορυφώθηκε επί Κωνσταντίνου Ε’, ο οποίος εξαπέλυσε εκστρατεία τρομοκράτησης των μοναχών και καταστροφής των μονών που ήταν προπύργια εικονολατρίας.
Ενέργειες Κωνσταντίνου Ε' Το Μάιο όμως του 743 ο Κωνσταντίνος με τη βοήθεια εικονομαχικών στρατευμάτων νίκησε τους αντιπάλους του στις Σάρδεις και στις 2 Νοεμβρίου εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για να πάρει αμέσως άγρια εκδίκηση από τους αντιπάλους του: Ο Αρτάβασδος και οι δυο γιοι του, που ήταν και ανιψιοί του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, τυφλώθηκαν στον Ιππόδρομο ύστερα από δημόσιο εξευτελισμό. Οι συνεργάτες τους είτε εκτελέσθηκαν είτε ακρωτηριάσθηκαν με τύφλωση η κόψιμο των χεριών και των ποδιών. Ο «άπιστος» πατριάρχης Αναστάσιος σύρθηκε στον Ιππόδρομο πάνω σε γαϊδούρι, όμως ύστερα από τον εξευτελισμό αυτό του επιτράπηκε να παραμείνει στον θρόνο του, γεγονός που αποσκοπούσε οπωσδήποτε στη δυσφήμηση του ανώτατου εκκλησιαστικού αξιώματος. Έτσι τελείωσε η βασιλεία του Αρτάβασδου, που είχε κρατήσει το στέμμα δεκαέξι ολόκληρους μήνες και που μάλιστα είχε αναγνωρισθεί ως αυτοκράτορας κι από τη Ρώμη.[20]
Μετά την οριστική του επικράτηση, ο Κωνσταντίνος απέβλεπε στη σύγκληση εκκλησιαστικής συνόδου που θα επικύρωνε τις εικονομαχικές αντιλήψεις του. Τοποθέτησε λοιπόν στην ανώτερη εκκλησιαστική ιεραρχία πρόσωπα με εικονομαχικές απόψεις και ταυτόχρονα ο ίδιος επιδόθηκε σε συγγραφική δραστηριότητα σε θεολογικά ζητήματα, συγγράφοντας περίπου δεκατρείς πραγματείες. Οι δύο, ίσως οι σπουδαιότερες, διασώθηκαν σε αποσπάσματα.[21] Οι εικονόφιλοι, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός ή ο πατριάρχης Γερμανός, στήριζαν την απεικόνιση της μορφής του Χριστού στο γεγονός της ενσάρκωσης, ενώ ο Κωνσταντίνος, επηρεασμένος από μαγικές ανατολικές αντιλήψεις, υποστήριζε την πλήρη ταυτότητα ακόμη και την ομοουσιότητα της εικόνας με το πρωτότυπο και απέρριπτε τη δυνατότητα της πραγματικής απεικονίσεως του Χριστού, επιμένοντας στη θεία του φύση. Πρόκειται στην ουσία για αναβίωση παλαιών χριστολογικών ερίδων με νέα μορφή και ανάδυση του μονοφυσιτισμού.
Εικονομαχική σύνοδος (754 μ.Χ.) Από τις 10 Φεβρουαρίου 754 ως τις 8 Αυγούστου του ίδιου χρόνου στο ανάκτορο της Ιέρειας[σ 5] στη μικρασιατική ακτή του Βοσπόρου συγκλήθηκε σύνοδος με συμμετοχή 338 επισκόπων, που χωρίς εξαίρεση, υποστήριξαν την εικονοκλαστική διδασκαλία,[22] αλλά χωρίς την παρουσία εκπροσώπων των θρόνων Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Οι εικονόφιλοι ονόμασαν τη σύνοδο ειρωνικά «ακέφαλη σύνοδο», αλλά αυτό δεν εμπόδισε τα μέλη της να διεκδικήσουν το κύρος οικουμενικής συνόδου.
Υποστηρίχτηκε εξ αρχής το αδύνατο της απεικονίσεως του Χριστού και με τη χρήση χωρίων από την Αγία Γραφή και την πατερική γραμματεία κατέληξαν στην καταδίκη των ιερών εικόνων και της λατρείας τους με το ακόλουθο σκεπτικό: είναι ανάξιο για τα ιερά πρόσωπα να απεικονίζεται η μορφή τους σε ευτελή ύλη· η μορφή του Χριστού δεν είναι δυνατό να απεικονισθεί, εφόσον οι δύο φύσεις του είναι αμέριστες και ασύγχυτες· επειδή υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί η προσκύνηση των εικόνων αναβίωση της ειδωλολατρίας, γι’ αυτό πρέπει να αποκλεισθεί.[23] Επιβλήθηκε λοιπόν η ολοσχερής καταστροφή των εικόνων, αναθεματίστηκαν οι οπαδοί της εικονόφιλης παράταξης, όπως ήταν ο πατριάρχης Γερμανός, ο Ιωάννης Δαμασκηνός και άλλοι,[24] ενώ εξυμνούνταν ο αυτοκράτορας ως Ισαπόστολος.
Στην τελευταία συνεδρίαση[σ 6] ο Κωνσταντίνος, κατά παράβαση της εκκλησιαστικής τάξης, πλήρωσε το θρόνο του Οικουμενικού Πατριάρχη με θεαματικό τρόπο: «ἀνῆλθε Κωνσταντῖνος ἐν τῷ ἄμβωνι κρατῶν Κωνσταντῖνον μοναχόν, ἐπίσκοπον γενόμενον τοῦ Συλλαίου, καὶ ἐπευξάμενος ἔφη μεγάλῃ τῇ φωνῇ· "Κωνσταντίνου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου πολλὰ τὰ ἔτη"».
Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787) Μετά το θάνατο του εικονομάχου πατριάρχη Παύλου (21 Αυγούστου 784) η Ειρήνη προσπάθησε να δώσει στην εκλογή νέου πατριάρχη χαρακτήρα δημοψηφίσματος. Κάλεσε λοιπόν όλο το λαό στο ανάκτορο στη Μαγναύρα,[33] όπου εξελέγη, στις 25 Δεκεμβρίου 784, πατριάρχης ο γραμματέας της αυτοκράτειρας Ταράσιος και άρχισαν οι προετοιμασίες για τη σύγκληση οικουμενικής συνόδου που θα ακύρωνε τις αποφάσεις της Συνόδου της Ιέρειας. Ο πάπας Ρώμης και οι υπόλοιποι πατριάρχες χαιρέτησαν τις θετικές εξελίξεις και έστειλαν αντιπροσώπους.
Μετά από μια ανεπιτυχή προσπάθεια[34] για σύγκληση της συνόδου τον Ιούλιο του 786 στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, η σύνοδος συνήλθε τελικά στη Νίκαια, όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε συγκαλέσει και την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο.
350 περίπου επίσκοποι και μεγάλος αριθμός μοναχών μετείχαν στις εργασίες της συνόδου από τις 24 Σεπτεμβρίου ως τις 13 Οκτωβρίου.[35] Εφαρμόζοντας συνετή πολιτική δέχτηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας και τους επισκόπους που είχαν αναπτύξει εικονοκλαστική δραστηριότητα, μετά από προηγούμενη αποκήρυξη της αίρεσης και πλάνης τους.
Σε αυτό αντέδρασαν πολλοί σκληροπυρηνικοί μοναχοί, με αποτέλεσμα την πρόκληση συγκρούσεων: από τη μια πλευρά εκπρόσωποι της συντηρητικής μετριοπαθούς παρατάξεως και από την άλλη οι αποκαλούμενοι ζηλωτές, οι προσηλωμένοι στην αυστηρή μοναστηριακή παράδοση. Στη σύνοδο της Νικαίας επικράτησε η μετριοπαθής παράταξη.
Στα θέματα πίστεως, αντίθετα, επικράτησε απόλυτη ομοφωνία στην ορθόδοξη πλειοψηφία της συνόδου.[36] Η σύνοδος καταδίκασε ως αίρεση την Εικονομαχία, αποφάσισε την καταστροφή των εικονοκλαστικών συγγραμμάτων και αναστήλωσε τις εικόνες επιτρέποντας την προσκύνησή τους, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιωάννη Δαμασκηνού ότι η προσκύνηση δεν αποδίδεται στην εικόνα άλλα στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τη λατρεία, που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Θεό. Σε πανηγυρική συνεδρία στις 23 Οκτωβρίου 787 στο ανάκτορο της Μαγναύρας επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου και υπογράφτηκαν από την Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο Στ’. «Kαὶ εἰρήνευσεν ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία, εἰ καὶ ὁ ἐχθρὸς τὰ ἑαυτοῦ ζιζάνια ἐν τοῖς ἰδίοις ἐργάταις σπείρειν οὐ παύεται· ἀλλ' ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία πάντοτε πολεμουμένη νικᾷ».
Β΄ Περίοδος της Εικονομαχίας (814-842)
Λέων Ε΄ ο Αρμένιος Ο Λέων κατανίκησε τους Βουλγάρους στην Μεσημβρία και αναδιοργάνωσε το κράτος.[41] Προερχόμενος από τον στρατό, ο οποίος διατηρούσε ακμαίο το εικονομαχικό φρόνημα, είχε πειστεί ότι οι περιπέτειες της αυτοκρατορίας από την βασιλεία της Ειρήνης μέχρι τις μέρες του οφείλονταν στην κυριαρχία της ακραίας εικονόφιλης μερίδας, επί κεφαλής της οποίας ήταν οι μοναχοί και πρωτεύουσα εκδήλωσή της η προσκύνηση των εικόνων.
Στα τέλη του 814 ο Λέων ζήτησε από τον πατριάρχη Νικηφόρο να γίνει κάτι στο θέμα των εικόνων.[42] Ο Νικηφόρος ήταν άνθρωπος μετριοπαθής και θα μπορούσε να εξευρεθεί μια μέση οδός, αλλά πιεζόταν ασφυκτικά από τους μοναχούς και ιδιαίτερα από τον Θεόδωρο Στουδίτη. Συγκάλεσε αυθημερόν μια σύνοδο εκ των ενόντων, μοναχών κυρίως, αλλά αμέσως ο Λέων την απαγόρευσε και έθεσε τον πατριάρχη σε προσωρινή αργία. Ούτε ο αυτοκράτορας ήθελε να παροξύνει τα πράγματα αλλά πιεζόταν κι αυτός ασφυκτικά από τον στρατό ο οποίος είχε αρχίσει να ενεργεί χωρίς να περιμένει εντολές.[43] Διέταξε λοιπόν την καθαίρεση των εικόνων[44] για να προλάβει χειρότερα και συγκάλεσε σύνοδο αρχιερέων η οποία αναθεμάτισε τον Νικηφόρο και τους άλλοτε πατριάρχες Γερμανό και Ταράσιο, όλους μετριοπαθείς εικονόφιλους. Ο Νικηφόρος παραιτήθηκε και αποσύρθηκε εξόριστος σε μοναστήρι (μέσα Μαρτίου 815).
Νέα σύνοδος συγκροτήθηκε το Πάσχα, στην οποία προσκλήθηκαν αλλά δεν προσήλθαν ο Θεόδωρος Στουδίτης και άλλοι εικονόφιλοι. Η σύνοδος αυτή κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας και ανακήρυξε ως Ζ΄Οικουμενική την σύνοδο της Ιερείας του 754. Ο Θεόδωρος Στουδίτης εξορίστηκε αλλά συνέχισε την αντίστασή του γράφοντας προς κάθε κατεύθυνση και επιζητώντας την παρέμβαση και πάλι του Πάπα υπέρ των εικονοφίλων.
Μιχαήλ Β΄ Τα Χριστούγεννα του 820 ο Λέων δολοφονήθηκε από τον παλιό του συναγωνιστή στρατηγό Μιχαήλ τον Τραυλό. Ο νέος βασιλιάς, ο οποίος θεωρείται ότι ήταν τελείως αδιάφορος για τα θεολογικά ζητήματα, ανακάλεσε από την εξορία τον Νικηφόρο και τον Στουδίτη αλλά διατήρησε τις διατάξεις της συνόδου του 815 και δεν αποκατέστησε τον Νικηφόρο στον πατριαρχικό θρόνο όταν αυτός χήρεψε. Επέτρεψε όμως την κατ’ ιδίαν προσκύνηση των εικόνων σε σπίτια ή μοναστήρια.[45] Ευνόητο είναι ότι οι αποφάσεις του δυσαρέστησαν εξαιρετικά την εικονόφιλη παράταξη αλλά και ότι δεν ικανοποίησαν την εικονομαχική, η οποία υποστήριζε την ολοσχερή εξαφάνιση των εικόνων. Η αντίσταση του Θεόδωρου Στουδίτη εξακολούθησε μέχρι τον θάνατό του το 826. Το 828 πέθανε ο πατριάρχης Νικηφόρος και το 829 ο Μιχαήλ.
Θεόφιλος Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα όπως ο πατέρας του[46] και δεν ακολούθησε την επαμφοτερίζουσα και ασαφή πολιτική του. Το 832 απαγόρευσε την λατρεία των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή τους, τους ασπασμούς και την προσαγωγή φώτων. Το 833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα.
Σύνοδος που συγκροτήθηκε στην εκκλησία των Βλαχερνών αναθεμάτισε τους εικονόφιλους ενώ με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.
Αλλά ενώ ο Θεόφιλος συμπεριφερόταν με αυτήν την τραχύτητα στους μοναχούς, πολλοί από τους οποίους ταλαιπωρήθηκαν επί της βασιλείας του, δεν μπορούσε να επιβάλει τις εικονομαχικές του απόψεις στην ίδια την οικογένειά του. Η γυναίκα του Θεοδώρα, η πεθερά του και οι κόρες του διατηρούσαν και προσκυνούσαν εικόνες μέσα στο παλάτι.[47]
Το τέλος της Εικονομαχίας
Ο Θεόφιλος πέθανε το 842 και τον διαδέχτηκε ο ανήλικος γιος του Μιχαήλ Γ΄. Όλη η εξουσία περιήλθε στην βασίλισσα Θεοδώρα, η οποία όρισε τρεις συνεπιτρόπους της αρχής. Παραμένει παράδοξο το πώς, εντός ελαχίστου χρόνου από τον θάνατο του Θεόφιλου, η Εικονομαχία, που αναστάτωσε για παραπάνω από ένα αιώνα την αυτοκρατορία, τερματίστηκε οριστικά χωρίς άλλη αντίδραση, και το ότι την πρωτοβουλία την είχαν οι συνεπίτροποι, δύο εκ των οποίων ήταν μέχρι τον θάνατο του Θεόφιλου εικονομάχοι ενώ ο τρίτος, ο αδελφός της βασίλισσας Βάρδας, δεν πίστευε σε τίποτε. Εν πάση περιπτώσει η αφοσιωμένη στις εικόνες Θεοδώρα δεν μπορούσε, και πρωτίστως δεν ήθελε, παρά να δεχτεί την πρόταση των συνεπιτρόπων.[48]
Ο πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός απομακρύνθηκε διά της βίας από την πόλη και συγκλήθηκε αμέσως εικονόφιλη σύνοδος που τον καθήρεσε και τον αναθεμάτισε όπως και όλους τους ομόφρονές του, ανόρθωσε το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας και παρέδωσε τους περισσότερους επισκοπικούς θρόνους σε μοναχούς. Νέος πατριάρχης χειροτονήθηκε ο Μεθόδιος και τελέσθηκε εορτή της ορθοδοξίας την πρώτη Κυριακή των νηστειών του 842 (19 Φεβρουαρίου). Έκτοτε η πρώτη Κυριακή των νηστειών γιορτάζεται ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας».
Οι εικόνες αναστηλώθηκαν παντού και όλα τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν. Τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα που είχαν κρατικοποιηθεί αποδόθηκαν και πάλι στις εκκλησίες και στις μονές, και όλα υποβάλλονταν πλέον μόνο στον έγγειο φόρο. Η νομοθεσία των Ισαύρων καταργήθηκε, πιθανόν αμέσως, οπωσδήποτε όμως σε λίγα χρόνια με την νομοθεσία του Βασιλείου Α΄ Μακεδόνος, στην οποία δεν συμπεριελήφθησαν ο Γεωργικός Νόμος και οι διατάξεις οικογενειακού δικαίου της Εκλογής.
Ο Ιωάννης ο Γραμματικός εξορίστηκε και βασανίστηκε. Ο περίφημος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Λέων ο Μαθηματικός καθαιρέθηκε. Ο νέος πατριάρχης Μεθόδιος ήταν άνθρωπος μετριοπαθής και ήρθε κι αυτός σε ενδοπαραταξιακή ρήξη με τους ακραίους εκ των μοναχών, όπως παλιότερα ο Ταράσιος και ο Νικηφόρος, αλλά δεν μπόρεσε να επιβληθεί. Φοβερός διωγμός εξαπολύθηκε κατά των Παυλιανιτών της Μικράς Ασίας. Κατά τους ίδιους τους εικονόφιλους χρονογράφους, εκατό χιλιάδες από τους πολεμικότατους αυτούς αιρετικούς, που δογματικά συγγένευαν στενότατα με την Εικονομαχία, θανατώθηκαν παντοιοτρόπως και οι περιουσίες τους εισκομίστηκαν στο βασιλικό ταμείο. Όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στους Άραβες και από πρόμαχοι της αυτοκρατορίας έγιναν εχθροί της.
Από τη Βικιπαίδεια


0 Σχόλια